κακοπαντρειά

κακοπαντρειά
η неудачный брак

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "κακοπαντρειά" в других словарях:

  • κακοπαντρειά — και κακοπαντριά, η 1. κακός, αποτυχημένος, αταίριαστος γάμος 2. παροιμ. «από την κακοπαντρειά κάλλια είναι η χηρειά» είναι προτιμότερο να μείνει κάποιος χήρος παρά να κακοπαντρευτεί …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»